προσχώνω
•
- δημιουργώ προσχώσεις ή προσχώματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσχώνω < αρχαία ελληνική προσχώννῡμι / προσχωννύω < χώννῡμι / χόω / χωννύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προσχώνω | προσχώνεις | προσχώνει | προσχώνουμε | προσχώνετε | προσχώνουν / προσχώνουνε |
| Παρατατικός | πρόσχωνα | πρόσχωνες | πρόσχωνε | προσχώναμε | προσχώνατε | προσχώναν / προσχώνανε / πρόσχωναν |
| Αόριστος | πρόσχωσα | πρόσχωσες | πρόσχωσε | προσχώσαμε | προσχώσατε | προσχώσαν / προσχώσανε / πρόσχωσαν |
| Μέλλοντας | θα προσχώνω / θα προσχώσω | θα προσχώνεις / θα προσχώσεις | θα προσχώνει / θα προσχώσει | θα προσχώνουμε / θα προσχώσουμε | θα προσχώνετε / θα προσχώσετε | θα προσχώνουν / θα προσχώνουνε / θα προσχώσουν / θα προσχώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω προσχώσει | έχεις προσχώσει | έχει προσχώσει | έχουμε προσχώσει | έχετε προσχώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προσχώσει | είχες προσχώσει | είχε προσχώσει | είχαμε προσχώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προσχώσει / να προσχώνω / να προσχώσω | να έχεις προσχώσει / να προσχώνεις / να προσχώσεις | να έχει προσχώσει / να προσχώνει / να προσχώσει | να έχουμε προσχώσει / να προσχώνουμε / να προσχώσουμε | να έχετε προσχώσει / να προσχώνετε / να προσχώσετε | να προσχώνουν / να προσχώνουνε / να προσχώσουν / να προσχώσουνε |
| Προστακτική | — | πρόσχωνε / πρόσχωσε | — | — | προσχώνετε / προσχώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →