Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρόσχωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η απόθεση στερεών υλικών, κυρίως χώμα, από τα νερά των ποταμών, τους παγετώνες ή και τον άνεμο που οδηγεί στο σχηματισμό νέων εκτάσεων γης ή την επέκταση αυτών που ήδη υπάρχουν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρόσχωση < αρχαία ελληνική πρόσχωσις < προσχώννῡμι / προσχωννύω < χώννῡμι / χόω / χωννύω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπρόσχωσηπροσχώσεις
Γενικήπρόσχωσηςπροσχώσεων
Αιτιατικήπρόσχωσηπροσχώσεις
Κλητικήπρόσχωσηπροσχώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →