προσωδία
•
- (ποίηση, (μετρική) η διάκριση των φωνηέντων (και των αντίστοιχων συλλαβών τους) σε μακρόχρονα και βραχύχρονα και η σχετική προφορά τους Βικιλεξικό
- γλωσσολογίατα χαρακτηριστικά που σχετίζονται με ή συνοδεύουν τον προφορικό λόγο (ένταση φωνής, διακυμάνσεις, παύσεις κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσωδία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προσῳδία < προσ- + -ῳδία < ᾠδή :* για τον όρο γλωσσολογίας < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική intonation
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προσωδία | προσωδίες |
| Γενική | προσωδίας | προσωδιών |
| Αιτιατική | προσωδία | προσωδίες |
| Κλητική | προσωδία | προσωδίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →