Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσωδιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται ή χρησιμοποιεί την προσωδία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προσωδιακός < ελληνιστική κοινή προσῳδιακός < αρχαία ελληνική προσῳδία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροσωδιακόςπροσωδιακήπροσωδιακό
Γενικήπροσωδιακούπροσωδιακήςπροσωδιακού
Αιτιατικήπροσωδιακόπροσωδιακήπροσωδιακό
Κλητικήπροσωδιακέπροσωδιακήπροσωδιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροσωδιακοίπροσωδιακέςπροσωδιακά
Γενικήπροσωδιακώνπροσωδιακώνπροσωδιακών
Αιτιατικήπροσωδιακούςπροσωδιακέςπροσωδιακά
Κλητικήπροσωδιακοίπροσωδιακέςπροσωδιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →