προσωποκράτηση
•
- νομικός όροςη προσωρινή φυλάκιση ή προφυλάκιση κάποιου, για να αναγκαστεί να εκπληρώσει τις οικονομικές ή άλλες υποχρεώσεις του (προς τον δανειστή ή άλλον) Βικιλεξικό
- Περιφρόνηση προς την αξία του ανθρώπου έχουμε με την προσωποκράτηση του ιδιώτη από το κράτος για χρέη προς το δημόσιο
Ετυμολογία
προσωποκράτηση < πρόσωπο + -ο- + κράτηση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προσωποκράτηση | προσωποκρατήσεις |
| Γενική | προσωποκράτησης | προσωποκρατήσεων |
| Αιτιατική | προσωποκράτηση | προσωποκρατήσεις |
| Κλητική | προσωποκράτηση | προσωποκρατήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →