προσωποκρατία
•
- απόδοση υπέρτατης αξίας στα πρόσωπα Βικιλεξικό
- θρησκείαεστίαση στο πρόσωπο του θεού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσωποκρατία < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική personalism, πρόσωπ(ο) + -ο- + -κρατία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προσωποκρατία | προσωποκρατίες |
| Γενική | προσωποκρατίας | προσωποκρατιών |
| Αιτιατική | προσωποκρατία | προσωποκρατίες |
| Κλητική | προσωποκρατία | προσωποκρατίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →