προσωρινός
•
- για κάτι που θα διαρκέσει λίγο / που δεν είναι μόνιμο Βικιλεξικό
- προσωρινή απόλυση, προσωρινή ρύθμιση
- Ο κανονισμός αυτός έδινε τη δυνατότητα στους μεταφορείς που διέθεταν κοινοτική άδεια, η οποία είχε εκδοθεί από κράτος μέλος, να παρέχουν υπηρεσίες οδικών εμπορευματικών μεταφορών σε άλλα κράτη μέλη υπό την προϋπόθεση ότι οι υπηρεσίες αυτές παρέχονταν σε προσωρινή βάση. (*)
- για κάτι που θα αντικατασταθεί Βικιλεξικό
- Είναι μια προσωρινή λύση, μέχρι να δούμε τι θα κάνουμε.
- είναι προσωρινός διαχειριστής
Ετυμολογία
προσωρινός < επίρρημα προσώρ(ας) + -ινός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσωρινός | προσωρινή | προσωρινό |
| Γενική | προσωρινού | προσωρινής | προσωρινού |
| Αιτιατική | προσωρινό | προσωρινή | προσωρινό |
| Κλητική | προσωρινέ | προσωρινή | προσωρινό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσωρινοί | προσωρινές | προσωρινά |
| Γενική | προσωρινών | προσωρινών | προσωρινών |
| Αιτιατική | προσωρινούς | προσωρινές | προσωρινά |
| Κλητική | προσωρινοί | προσωρινές | προσωρινά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →