Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαρκής

/ði.aɾˈcis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που διαρκεί, που γίνεται χωρίς διακοπή Βικιλεξικό
    • Η ψυχολατρία (ανιμισμός) που διακρίνεται σε όλο το μυθιστόρημα, η έλλειψη κάθε αισθήματος αυτού που αποκαλούμε παράδοση, το διαρκές παρόν της πρωτόγονης συνείδησης διασαλεύονται από την ανάδυση της ατομικότητας που επιθυμεί να διαφέρει, να δημιουργήσει το χρόνο της και να δηλώνει σε συλλογικό επίπεδο τη διαφορετική της χρονική αίσθηση. (περιοδικό Διαβάζω, τεύχη 377-380, 1997)

Ετυμολογία

διαρκής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διαρκής < διαρκέω / διαρκῶ < (διά) δι- + ἀρκέω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαρκήςδιαρκήςδιαρκές
Γενικήδιαρκούςδιαρκούςδιαρκούς
Αιτιατικήδιαρκήδιαρκήδιαρκές
Κλητικήδιαρκή / διαρκήςδιαρκήςδιαρκές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαρκείςδιαρκείςδιαρκή
Γενικήδιαρκώνδιαρκώνδιαρκών
Αιτιατικήδιαρκείςδιαρκείςδιαρκή
Κλητικήδιαρκείςδιαρκείςδιαρκή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →