Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προτακτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που προτάσσεται Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προτακτικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή προτακτικός < προτάσσω < πρό + τάσσω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροτακτικόςπροτακτικήπροτακτικό
Γενικήπροτακτικούπροτακτικήςπροτακτικού
Αιτιατικήπροτακτικόπροτακτικήπροτακτικό
Κλητικήπροτακτικέπροτακτικήπροτακτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροτακτικοίπροτακτικέςπροτακτικά
Γενικήπροτακτικώνπροτακτικώνπροτακτικών
Αιτιατικήπροτακτικούςπροτακτικέςπροτακτικά
Κλητικήπροτακτικοίπροτακτικέςπροτακτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →