προτεραιότητα
•
- το να προηγείται κάποιος ή κάτι έναντι άλλων, χρονικά ή σε σειρά, το να πρέπει ή να δικαιούται να αντιμετωπιστεί ή να εξυπηρετηθεί πρώτος Βικιλεξικό
- οι γονείς με μικρά παιδιά εισέρχονται στο μουσείο κατά προτεραιότητα
- το να αξιολογείται κάποιος ή κάτι ως επείγον ή μεγαλύτερης σημασίας έναντι άλλων Βικιλεξικό
- αυτή τη στιγμή τα εθνικά θέματα έχουν την προτεραιότητα στις κινήσεις της κυβέρνησης
- το δικαίωμα ενός οδηγού να στρίψει ή να διασχίσει το δρόμο πριν από ένα άλλο όχημα Βικιλεξικό
- σε μια διασταύρωση προτεραιότητα έχει αυτός που έρχεται από τα δεξιά
Ετυμολογία
προτεραιότητα < αρχαία ελληνική προτεραῖος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προτεραιότητα | προτεραιότητες |
| Γενική | προτεραιότητας | προτεραιοτήτων |
| Αιτιατική | προτεραιότητα | προτεραιότητες |
| Κλητική | προτεραιότητα | προτεραιότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →