προτζέκτορας
•
- νεολογισμόςο βιντεοπροβολέας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προτζέκτορας < αγγλική projector < project < λατινική proiectum, ουδέτερο του proiectus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος proicio < iacio
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προτζέκτορας | προτζέκτορες |
| Γενική | προτζέκτορα | προτζεκτόρων |
| Αιτιατική | προτζέκτορα | προτζέκτορες |
| Κλητική | προτζέκτορα | προτζέκτορες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →