τροπή
•
- η μεταβολή σε κάτι άλλο Βικιλεξικό
- η τροπή κλάσματος σε δεκαδικό
- η εξέλιξη Βικιλεξικό
- στη συνέχεια τα πράγματα πήραν περίεργη τροπή
- η αλλαγή Βικιλεξικό
- ο παίκτης που σκόραρε έδωσε μια άλλη τροπή στην εξέλιξη του ματς
- γλωσσολογίαη εξέλιξη ενός φωνήματος σε ένα άλλο Βικιλεξικό
- Στη σ. 23 μαζί με την τροπή ε > ι του «μετά» > «μιτά μου», που χαρακτηρίζεται τροπή ή ετεροίωση, μολονότι ετεροίωση είναι η τροπή ε > ο ( και η > ω ) , κατατάσσεται και το μεάλος > μϊάλος, όπου όμως έχουμε στένωση του ε κοντά στο ισχυρότερό του α (Κωνσταντίνος Μήνας, Μελέτες νεοελληνικής διαλεκτολογίας, 2004, εκδ. Γ. Δαρδανος, σελ. 410)
Ετυμολογία
τροπή < αρχαία ελληνική
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τροπή | τροπές |
| Γενική | τροπής | τροπών |
| Αιτιατική | τροπή | τροπές |
| Κλητική | τροπή | τροπές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →