Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τροπή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η μεταβολή σε κάτι άλλο Βικιλεξικό
    • η τροπή κλάσματος σε δεκαδικό
  2. η εξέλιξη Βικιλεξικό
    • στη συνέχεια τα πράγματα πήραν περίεργη τροπή
  3. η αλλαγή Βικιλεξικό
    • ο παίκτης που σκόραρε έδωσε μια άλλη τροπή στην εξέλιξη του ματς
  4. γλωσσολογίαη εξέλιξη ενός φωνήματος σε ένα άλλο Βικιλεξικό
    • Στη σ. 23 μαζί με την τροπή ε > ι του «μετά» > «μιτά μου», που χαρακτηρίζεται τροπή ή ετεροίωση, μολονότι ετεροίωση είναι η τροπή ε > ο ( και η > ω ) , κατατάσσεται και το μεάλος > μϊάλος, όπου όμως έχουμε στένωση του ε κοντά στο ισχυρότερό του α (Κωνσταντίνος Μήνας, Μελέτες νεοελληνικής διαλεκτολογίας, 2004, εκδ. Γ. Δαρδανος, σελ. 410)

Ετυμολογία

τροπή < αρχαία ελληνική

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτροπήτροπές
Γενικήτροπήςτροπών
Αιτιατικήτροπήτροπές
Κλητικήτροπήτροπές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →