Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προφορικότητα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιότητα του προφορικού Βικιλεξικό
    • Όλα είχαν μια έξοχη αληθοφάνεια. Η παραστατικότητα του λόγου του ασφαλίτη τον υπνώτιζε, αν δεν τον έβλεπε με καχυποψία και δεν τον αφορούσε όλο αυτό θα μπορούσε να απολαύσει ως λογοτεχνικό κείμενο την έξοχη προφορικότητα του μονόλογου αυτουνού του χαρισματικού αστυνόμου. (Βασίλης Γκουρογιάννης, Αναψηλάφηση, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)

Ετυμολογία

προφορικότητα < προφορικός + -ότητα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπροφορικότηταπροφορικότητες
Γενικήπροφορικότηταςπροφορικοτήτων
Αιτιατικήπροφορικότηταπροφορικότητες
Κλητικήπροφορικότηταπροφορικότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →