προχειρίζω
•
- θρησκείαχειροτονώ Βικιλεξικό
- μεταφορικάέχοντας εξουσία—αρμοδιότητα ανεβάζω κάποιον στην ιεραρχική κλίμακα, δίνω προαγωγή, προβιβάζω, προάγω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προχειρίζω < αρχαία ελληνική προχειρίζω < πρό + χείρ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προχειρίζω | προχειρίζεις | προχειρίζει | προχειρίζουμε | προχειρίζετε | προχειρίζουν / προχειρίζουνε |
| Παρατατικός | προχείριζα | προχείριζες | προχείριζε | προχειρίζαμε | προχειρίζατε | προχείριζαν / προχειρίζαν / προχειρίζανε |
| Αόριστος | προχείρισα | προχείρισες | προχείρισε | προχειρίσαμε | προχειρίσατε | προχείρισαν / προχειρίσαν / προχειρίσανε |
| Μέλλοντας | θα προχειρίζω / θα προχειρίσω | θα προχειρίζεις / θα προχειρίσεις | θα προχειρίζει / θα προχειρίσει | θα προχειρίζουμε / θα προχειρίσουμε | θα προχειρίζετε / θα προχειρίσετε | θα προχειρίζουν / θα προχειρίζουνε / θα προχειρίσουν / θα προχειρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω προχειρίσει | έχεις προχειρίσει | έχει προχειρίσει | έχουμε προχειρίσει | έχετε προχειρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προχειρίσει | είχες προχειρίσει | είχε προχειρίσει | είχαμε προχειρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προχειρίσει / να προχειρίζω / να προχειρίσω | να έχεις προχειρίσει / να προχειρίζεις / να προχειρίσεις | να έχει προχειρίσει / να προχειρίζει / να προχειρίσει | να έχουμε προχειρίσει / να προχειρίζουμε / να προχειρίσουμε | να έχετε προχειρίσει / να προχειρίζετε / να προχειρίσετε | να προχειρίζουν / να προχειρίζουνε / να προχειρίσουν / να προχειρίσουνε |
| Προστακτική | — | προχείριζε / προχείρισε | — | — | προχειρίζετε / προχειρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →