Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προχειρίζω

ρήμα
•
  1. θρησκείαχειροτονώ Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάέχοντας εξουσία—αρμοδιότητα ανεβάζω κάποιον στην ιεραρχική κλίμακα, δίνω προαγωγή, προβιβάζω, προάγω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προχειρίζω < αρχαία ελληνική προχειρίζω < πρό + χείρ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπροχειρίζωπροχειρίζειςπροχειρίζειπροχειρίζουμεπροχειρίζετεπροχειρίζουν / προχειρίζουνε
Παρατατικόςπροχείριζαπροχείριζεςπροχείριζεπροχειρίζαμεπροχειρίζατεπροχείριζαν / προχειρίζαν / προχειρίζανε
Αόριστοςπροχείρισαπροχείρισεςπροχείρισεπροχειρίσαμεπροχειρίσατεπροχείρισαν / προχειρίσαν / προχειρίσανε
Μέλλονταςθα προχειρίζω / θα προχειρίσωθα προχειρίζεις / θα προχειρίσειςθα προχειρίζει / θα προχειρίσειθα προχειρίζουμε / θα προχειρίσουμεθα προχειρίζετε / θα προχειρίσετεθα προχειρίζουν / θα προχειρίζουνε / θα προχειρίσουν / θα προχειρίσουνε
Παρακείμενοςέχω προχειρίσειέχεις προχειρίσειέχει προχειρίσειέχουμε προχειρίσειέχετε προχειρίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα προχειρίσειείχες προχειρίσειείχε προχειρίσειείχαμε προχειρίσει——
Υποτακτικήνα έχω προχειρίσει / να προχειρίζω / να προχειρίσωνα έχεις προχειρίσει / να προχειρίζεις / να προχειρίσειςνα έχει προχειρίσει / να προχειρίζει / να προχειρίσεινα έχουμε προχειρίσει / να προχειρίζουμε / να προχειρίσουμενα έχετε προχειρίσει / να προχειρίζετε / να προχειρίσετενα προχειρίζουν / να προχειρίζουνε / να προχειρίσουν / να προχειρίσουνε
Προστακτική—προχείριζε / προχείρισε——προχειρίζετε / προχειρίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →