προωθούμενος
•
- που προχωρεί μπροστά, έχει πάρει την άγουσα προς μία κατεύθυνση Βικιλεξικό
- το προωθούμενο τμήμα στρατού/προωθούμενος προς την έξοδο
- προωθούμενο με προπέλα (π.χ. πλωτό μέσο μεταφοράς)/προωθούμενος καθετήρας/προωθούμενο έμβολο
- η προωθούμενη συμφωνία/το προωθούμενο νομοσχέδιο
- που διαφημίζεται, προμοτάρεται (για προϊόντα) Βικιλεξικό
- το προωθούμενο σαμπουάν/λάδι κ.λπ.
- που προβάλλεται, επιβάλλεται, ωθείται προς την κορυφή κάποιας ιεραρχίας (για ανθρώπους), ο προστατευόμενος κάποιου ή κάποιων, ο υποστηριζόμενος, προοριζόμενος για μία θέση καλύτερη από εκείνη που θα καταλάμβανε αβοήθητος ή χωρίς στήριξη Βικιλεξικό
- Ο προωθούμενος για την προεδρία στον σύλλογο της Αθήνας..
- που καταβάλλεται προσπάθεια να επιβληθεί -διακριτικά ή μη-, να εγκριθεί, να γίνει αποδεκτός (για ιδέες, σχέδια) Βικιλεξικό
- ο προωθούμενος σφαγιασμός των επικουρικών συντάξεων
- τα προωθούμενα από κάποιους κύκλους σενάρια για επάνοδο στη δραχμή
Ετυμολογία
προωθούμενος < μετοχή μεσοπαθητικού ενεστώτα του ρήματος προωθώ < αρχαία ελληνική προωθέω < πρό + ὠθέω
Άλλοι τύποι
προωθούμεναπροωθούμενεπροωθούμενεςπροωθούμενηπροωθούμενηςπροωθούμενοπροωθούμενοιπροωθούμενοςπροωθούμενουπροωθούμενουςπροωθούμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →