Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προωθούμενος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που προχωρεί μπροστά, έχει πάρει την άγουσα προς μία κατεύθυνση Βικιλεξικό
    • το προωθούμενο τμήμα στρατού/προωθούμενος προς την έξοδο
    • προωθούμενο με προπέλα (π.χ. πλωτό μέσο μεταφοράς)/προωθούμενος καθετήρας/προωθούμενο έμβολο
    • η προωθούμενη συμφωνία/το προωθούμενο νομοσχέδιο
  2. που διαφημίζεται, προμοτάρεται (για προϊόντα) Βικιλεξικό
    • το προωθούμενο σαμπουάν/λάδι κ.λπ.
  3. που προβάλλεται, επιβάλλεται, ωθείται προς την κορυφή κάποιας ιεραρχίας (για ανθρώπους), ο προστατευόμενος κάποιου ή κάποιων, ο υποστηριζόμενος, προοριζόμενος για μία θέση καλύτερη από εκείνη που θα καταλάμβανε αβοήθητος ή χωρίς στήριξη Βικιλεξικό
    • Ο προωθούμενος για την προεδρία στον σύλλογο της Αθήνας..
  4. που καταβάλλεται προσπάθεια να επιβληθεί -διακριτικά ή μη-, να εγκριθεί, να γίνει αποδεκτός (για ιδέες, σχέδια) Βικιλεξικό
    • ο προωθούμενος σφαγιασμός των επικουρικών συντάξεων
    • τα προωθούμενα από κάποιους κύκλους σενάρια για επάνοδο στη δραχμή

Ετυμολογία

προωθούμενος < μετοχή μεσοπαθητικού ενεστώτα του ρήματος προωθώ < αρχαία ελληνική προωθέω < πρό + ὠθέω

Άλλοι τύποι

προωθούμεναπροωθούμενεπροωθούμενεςπροωθούμενηπροωθούμενηςπροωθούμενοπροωθούμενοιπροωθούμενοςπροωθούμενουπροωθούμενουςπροωθούμενων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →