προϊστορία
•
- ιστορίαη περίοδος της ζωής του ανθρώπου χωρίς γραπτό λόγο Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάο επιστημονικός τομέας που ασχολείται με τη μελέτη της παραπάνω περιόδου Βικιλεξικό
- μεταφορικάτα γεγονότα και οι καταστάσεις που συνολικά έχουν προηγηθεί από κάτι άλλο Βικιλεξικό
- είχαν μεγάλη προϊστορία οι δυο τους, πριν παντρευτούν
Ετυμολογία
προϊστορία < λόγιο ενδογενές δάνειο: μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική préhistoire, προ- + ιστορία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προϊστορία | προϊστορίες |
| Γενική | προϊστορίας | προϊστοριών |
| Αιτιατική | προϊστορία | προϊστορίες |
| Κλητική | προϊστορία | προϊστορίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →