Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προϊστορικός

/pɾo.i.sto.ɾiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την προϊστορία, ανήκει σ’ αυτή ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προϊστορικός < προϊστορία + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική préhistorique)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροϊστορικόςπροϊστορικήπροϊστορικό
Γενικήπροϊστορικούπροϊστορικήςπροϊστορικού
Αιτιατικήπροϊστορικόπροϊστορικήπροϊστορικό
Κλητικήπροϊστορικέπροϊστορικήπροϊστορικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροϊστορικοίπροϊστορικέςπροϊστορικά
Γενικήπροϊστορικώνπροϊστορικώνπροϊστορικών
Αιτιατικήπροϊστορικούςπροϊστορικέςπροϊστορικά
Κλητικήπροϊστορικοίπροϊστορικέςπροϊστορικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →