πρωί
•
- οι πρώτες ώρες της ημέρας μετά την ανατολή του ήλιου Βικιλεξικό
- Κωνσταντίνος Καβάφης, Θάλασσα του πρωιού, 1η στροφή (στο Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού)
- οι ώρες πριν την ανατολή του ήλιου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρωί < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή τὸ πρωΐ (ουδέτερο ουσιαστικό) < αρχαία ελληνική πρωΐ (επίρρημα) → δείτε και τη λέξη πρῴ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →