Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρωί

/pɾoˈi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. οι πρώτες ώρες της ημέρας μετά την ανατολή του ήλιου Βικιλεξικό
    • Κωνσταντίνος Καβάφης, Θάλασσα του πρωιού, 1η στροφή (στο Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού)
  2. οι ώρες πριν την ανατολή του ήλιου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρωί < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή τὸ πρωΐ (ουδέτερο ουσιαστικό) < αρχαία ελληνική πρωΐ (επίρρημα) → δείτε και τη λέξη πρῴ

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

πρωί

/pɾoˈi/επίρρημα
•
  1. κατά το πρωί, κατά τις πρωινές ώρες, νωρίς Βικιλεξικό
    • τι μας ήρθες τόσο πρωί;

Ετυμολογία

πρωί < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή τὸ πρωΐ (ουδέτερο ουσιαστικό) < αρχαία ελληνική πρωΐ (επίρρημα) → δείτε και τη λέξη πρῴ

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →