πρωθύστερος
•
- λόγιοπου μπαίνει μπροστά ή αρχικά (αντί να έπεται) Βικιλεξικό
- Στα οχτώ κεφάλαια του αφηγήματος προστίθεται κι ένα ένατο, ως επίμετρο, με πρωθύστερη χρονολογία και ετεροχρονισμένο νόημα. (*)
- […] την εποχή του Παπαρρηγοπούλου ο όρος «σοσιαλισμός» δεν είχε καθιερωθεί ακόμη στην Ευρώπη και γι' αυτό χρησιμοποιεί τον όρο «κοινωνισμός». Ο κοινωνισμός του Πλήθωνος λοιπόν αποτελεί για τον Παπαρρηγόπουλο ένα περίεργο πρωθύστερο ή προδρομικό φαινόμενο, το όποιο μάλιστα προσπαθεί να το συνδέσει με τα ρεύματα της «φυσιοκρατίας» στην Ευρώπη
- λογοτεχνικόπρωθύστερο: σχήμα λόγου κατά το οποίο τοποθετείται αρχικά μια έννοια ή ενέργεια που λογικά έπεται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρωθύστερος < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική πρῶτος + ὕστερος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωθύστερος | πρωθύστερη | πρωθύστερο |
| Γενική | πρωθύστερου | πρωθύστερης | πρωθύστερου |
| Αιτιατική | πρωθύστερο | πρωθύστερη | πρωθύστερο |
| Κλητική | πρωθύστερε | πρωθύστερη | πρωθύστερο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωθύστεροι | πρωθύστερες | πρωθύστερα |
| Γενική | πρωθύστερων | πρωθύστερων | πρωθύστερων |
| Αιτιατική | πρωθύστερους | πρωθύστερες | πρωθύστερα |
| Κλητική | πρωθύστεροι | πρωθύστερες | πρωθύστερα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →