πρωτοβρόχι
•
- συνήθως στον πληθυντικόη πρώτη βροχή μιας περιόδου βροχοπτώσεων (π.χ. από φθινόπωρο έως άνοιξη) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρωτοβρόχι < πρώτος + -ο- + βροχή + -ι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωτοβρόχι | πρωτοβρόχια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | πρωτοβρόχι | πρωτοβρόχια |
| Κλητική | πρωτοβρόχι | πρωτοβρόχια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →