πρωτοπορώ
•
- είμαι πρωτοπόρος ή κάνω κάτι πρωτοποριακό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρωτοπορώ < πρωτοπόρος + -ώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πρωτοπορώ | πρωτοπορείς | πρωτοπορεί | πρωτοπορούμε | πρωτοπορείτε | πρωτοπορούν / πρωτοπορούνε |
| Παρατατικός | πρωτοπορούσα | πρωτοπορούσες | πρωτοπορούσε | πρωτοπορούσαμε | πρωτοπορούσατε | πρωτοπορούσαν / πρωτοπορούσανε |
| Αόριστος | πρωτοπόρησα | πρωτοπόρησες | πρωτοπόρησε | πρωτοπορήσαμε | πρωτοπορήσατε | πρωτοπορήσαν / πρωτοπορήσανε / πρωτοπόρησαν |
| Μέλλοντας | θα πρωτοπορήσω / θα πρωτοπορώ | θα πρωτοπορήσεις / θα πρωτοπορείς | θα πρωτοπορήσει / θα πρωτοπορεί | θα πρωτοπορήσουμε / θα πρωτοπορούμε | θα πρωτοπορήσετε / θα πρωτοπορείτε | θα πρωτοπορήσουν / θα πρωτοπορήσουνε / θα πρωτοπορούν / θα πρωτοπορούνε |
| Παρακείμενος | έχω πρωτοπορήσει | έχεις πρωτοπορήσει | έχει πρωτοπορήσει | έχουμε πρωτοπορήσει | έχετε πρωτοπορήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πρωτοπορήσει | είχες πρωτοπορήσει | είχε πρωτοπορήσει | είχαμε πρωτοπορήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πρωτοπορήσει / να πρωτοπορήσω / να πρωτοπορώ | να έχεις πρωτοπορήσει / να πρωτοπορήσεις / να πρωτοπορείς | να έχει πρωτοπορήσει / να πρωτοπορήσει / να πρωτοπορεί | να έχουμε πρωτοπορήσει / να πρωτοπορήσουμε / να πρωτοπορούμε | να έχετε πρωτοπορήσει / να πρωτοπορήσετε / να πρωτοπορείτε | να πρωτοπορήσουν / να πρωτοπορήσουνε / να πρωτοπορούν / να πρωτοπορούνε |
| Προστακτική | — | πρωτοπόρει / πρωτοπόρησε | — | — | πρωτοπορήστε / πρωτοπορείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →