καινοτομώ
•
- δημιουργώ, προτείνω ή εισάγω κάτι το πρωτοποριακό, τελείως καινούριο ή ριζικά διαφορετικό από αυτά που υπήρχαν παλιότερα, κάτι που αποτελεί τομή σε σχέση με το παρελθόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καινοτομώ < αρχαία ελληνική καινοτομέω / καινοτομῶ < καινοτόμος < καινός + τέμνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καινοτομώ | καινοτομείς | καινοτομεί | καινοτομούμε | καινοτομείτε | καινοτομούν / καινοτομούνε |
| Παρατατικός | καινοτομούσα | καινοτομούσες | καινοτομούσε | καινοτομούσαμε | καινοτομούσατε | καινοτομούσαν / καινοτομούσανε |
| Αόριστος | καινοτόμησα | καινοτόμησες | καινοτόμησε | καινοτομήσαμε | καινοτομήσατε | καινοτομήσαν / καινοτομήσανε / καινοτόμησαν |
| Μέλλοντας | θα καινοτομήσω / θα καινοτομώ | θα καινοτομήσεις / θα καινοτομείς | θα καινοτομήσει / θα καινοτομεί | θα καινοτομήσουμε / θα καινοτομούμε | θα καινοτομήσετε / θα καινοτομείτε | θα καινοτομήσουν / θα καινοτομήσουνε / θα καινοτομούν / θα καινοτομούνε |
| Παρακείμενος | έχω καινοτομήσει | έχεις καινοτομήσει | έχει καινοτομήσει | έχουμε καινοτομήσει | έχετε καινοτομήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καινοτομήσει | είχες καινοτομήσει | είχε καινοτομήσει | είχαμε καινοτομήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καινοτομήσει / να καινοτομήσω / να καινοτομώ | να έχεις καινοτομήσει / να καινοτομήσεις / να καινοτομείς | να έχει καινοτομήσει / να καινοτομήσει / να καινοτομεί | να έχουμε καινοτομήσει / να καινοτομήσουμε / να καινοτομούμε | να έχετε καινοτομήσει / να καινοτομήσετε / να καινοτομείτε | να καινοτομήσουν / να καινοτομήσουνε / να καινοτομούν / να καινοτομούνε |
| Προστακτική | — | καινοτόμει / καινοτόμησε | — | — | καινοτομήστε / καινοτομείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →