πρωτοψάλτης
•
- εκκλησιαστικός όροςεκκλησιαστικός τίτλος, για τον πρώτο στην ιεραρχία των ψαλτών στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως (έπεται ο Λαμπαδάριος τού αριστερού χορού και έπεται ο Δομέστικος) Βικιλεξικό
- πρώτος ιεροψάλτης του δεξιού χορού της χορωδίας του ιερού ναού. Δίνεται σε άνδρες στους οποίους έχει προηγηθεί η χειροθεσία τους σε αναγνώστη. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρωτοψάλτης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πρωτοψάλτης < πρωτο- + ψάλτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωτοψάλτης | πρωτοψάλτες |
| Γενική | πρωτοψάλτη | πρωτοψαλτών |
| Αιτιατική | πρωτοψάλτη | πρωτοψάλτες |
| Κλητική | πρωτοψάλτη | πρωτοψάλτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →