πρωτόλατος
•
- ιδιωματικόπου είναι ή έρχεται πρώτος Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Οδύσεια , Δ΄ στίχ. 371 (369-372) αρχική έκδοση: 1938, εκδόσεις: Τυπογραφεία Γ.Σ. Χρήστου, 1957.
- μεταφορικάο πρώιμος Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο Καπετάν Μιχάλης (Ελευτερία ή Θάνατος), εκδόσεις: Ελ. Καζαντζάκη, 1974, αρχική έκδοση 1953.
Ετυμολογία
πρωτόλατος < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωτόλατος | πρωτόλατη | πρωτόλατο |
| Γενική | πρωτόλατου | πρωτόλατης | πρωτόλατου |
| Αιτιατική | πρωτόλατο | πρωτόλατη | πρωτόλατο |
| Κλητική | πρωτόλατε | πρωτόλατη | πρωτόλατο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωτόλατοι | πρωτόλατες | πρωτόλατα |
| Γενική | πρωτόλατων | πρωτόλατων | πρωτόλατων |
| Αιτιατική | πρωτόλατους | πρωτόλατες | πρωτόλατα |
| Κλητική | πρωτόλατοι | πρωτόλατες | πρωτόλατα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →