πρόγευμα
•
- το πρωινό γεύμα Βικιλεξικό
- το χρονικό διάστημα κατά το οποίο παίρνεται το πρόγευμα(1) καθώς και η όλη διαδικασία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρόγευμα < μεσαιωνική ελληνική πρόγευμα < πρό + γεύμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρόγευμα | προγεύματα |
| Γενική | προγεύματος | προγευμάτων |
| Αιτιατική | πρόγευμα | προγεύματα |
| Κλητική | πρόγευμα | προγεύματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →