πρόγκημα
•
- οικείοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προγκάω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρόγκημα < πρόγκ(α) + -ημα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρόγκημα | προγκήματα |
| Γενική | προγκήματος | προγκημάτων |
| Αιτιατική | πρόγκημα | προγκήματα |
| Κλητική | πρόγκημα | προγκήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →