πρόθυρο
•
- σπάνιοο χώρος μπροστά από τη θύρα Βικιλεξικό
- Ἅμα λοιπὸν συνήντα καθ᾽ ὁδὸν ἢ εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ ναοῦ τὸν πάτερ Σαμουήλ, ὅστις τὸν ἐχαιρέτα ταπεινῶς καὶ ὑπομειδιῶν πάντοτε, καθὼς ἐσυνήθιζεν, (ὁ καλόγηρος ἦτο μέτριος τὸ ἀνάστημα, ξανθός, μελιχρὸς καὶ εὐπροσήγορος), ὁ κὺρ Γιάννης ὁ Μανάφτης ἀντὶ παντὸς χαιρετισμοῦ, τοῦ ἔλεγε: ―«Τί προσῆλθες, ἀδελφέ;» (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ὁ Καλόγερος, 1892)
Ετυμολογία
πρόθυρο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πρόθυρον < πρό- + θύρα :* για τον πληθυντικό στην έκφραση «στα πρόθυρα» → δείτε τη λέξη πρόθυρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρόθυρο | πρόθυρα |
| Γενική | πρόθυρου | πρόθυρων |
| Αιτιατική | πρόθυρο | πρόθυρα |
| Κλητική | πρόθυρο | πρόθυρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →