πρόκειται
•
- + νακατά πάσα πιθανότητα θα γίνει Βικιλεξικό
- Πήγα να ψωνίσω μερικά πράγματα γιατί πρόκειται να πάμε διακοπές την επόμενη βδομάδα.
- αφορά Βικιλεξικό
- Αποδείχτηκε ότι δεν επρόκειτο για ανθρώπινο λάθος αλλά ήταν εσκεμμένο.
Ετυμολογία
πρόκειται < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πρόκειται, γ' ενικό πρόσωπο του ρήματος πρόκειμαι (είμαι μπροστά από κάτι) < πρό- + κεῖμαι
Άλλοι τύποι
επρόκειτο
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →