πρόποδες
•
- το χαμηλότερο μέρος ενός βουνού ή άλλου υψώματος Βικιλεξικό
- Το σπίτι του Στέφανου ήταν στη Νεάπολη, στους πρόποδες του Λυκαβηττού.
Ετυμολογία
πρόποδες < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πρόποδες < αρχαία ελληνική πρόπους (παρακλάδι οροσειράς), με παρανόηση της σημασίας. Στον πληθυντικό κατά την λαϊκή φράση «τα πόδια του βουνού».
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρόποδας | πρόποδες |
| Γενική | πρόποδα | προπόδων |
| Αιτιατική | πρόποδα | πρόποδες |
| Κλητική | πρόποδα | πρόποδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →