Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρόποδες

/ˈpɾo.po.ðes/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. το χαμηλότερο μέρος ενός βουνού ή άλλου υψώματος Βικιλεξικό
    • Το σπίτι του Στέφανου ήταν στη Νεάπολη, στους πρόποδες του Λυκαβηττού.

Ετυμολογία

πρόποδες < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πρόποδες < αρχαία ελληνική πρόπους (παρακλάδι οροσειράς), με παρανόηση της σημασίας. Στον πληθυντικό κατά την λαϊκή φράση «τα πόδια του βουνού».

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπρόποδαςπρόποδες
Γενικήπρόποδαπροπόδων
Αιτιατικήπρόποδαπρόποδες
Κλητικήπρόποδαπρόποδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →