πρόπτωση
•
- λόγιοη προς τα κάτω πτώση Βικιλεξικό
- λόγιοη προς τα μπρος πτώση Βικιλεξικό
- ιατρικήη πτώση, μετατόπιση ή μετακίνηση ενός οργάνου του σώματος (μήτρα, ορθόν κ.λπ.) από την συνήθη φυσιολογική θέση του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρόπτωση < ελληνιστική κοινή πρόπτωσις < αρχαία ελληνική προπίπτω < πίπτω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *peth₂- (πετώ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρόπτωση | προπτώσεις |
| Γενική | πρόπτωσης | προπτώσεων |
| Αιτιατική | πρόπτωση | προπτώσεις |
| Κλητική | πρόπτωση | προπτώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →