Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρόσκληση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προσκαλώ Βικιλεξικό
  2. επίσημοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προσκαλώ Βικιλεξικό
    • όποιος έπαιρνε την πρόσκληση αναρωτιόταν, Γενέθλια; Τι γενέθλια; Στην Ελλάδα ο κόσμος γιόρταζε τις ονομαστικές γιορτές, όχι τα γενέθλια – παρ ' όλ ' αυτά , μαζεύτηκαν ένα σωρό απορημένοι συγγενείς και φίλοι (Σώτη Τριανταφύλλου, Tο εργοστάσιο των μολυβιών, εκδ. Πατάκη, 2000, σελ. 49)

Ετυμολογία

πρόσκληση < αρχαία ελληνική πρόσκλησις < προσκαλέω < πρός + καλέω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική invitation / appel )

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπρόσκλησηπροσκλήσεις
Γενικήπρόσκλησηςπροσκλήσεων
Αιτιατικήπρόσκλησηπροσκλήσεις
Κλητικήπρόσκλησηπροσκλήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →