προσκαλώ
•
- καλώ κάποιον να μετέχει σε ιδιωτική ή δημόσια εκδήλωση ή διαδικασία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσκαλώ < αρχαία ελληνική προσκαλέω / προσκαλῶ < πρός + καλέω / καλῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προσκαλώ | προσκαλείς | προσκαλεί | προσκαλούμε | προσκαλείτε | προσκαλούν / προσκαλούνε |
| Παρατατικός | προσκαλούσα | προσκαλούσες | προσκαλούσε | προσκαλούσαμε | προσκαλούσατε | προσκαλούσαν / προσκαλούσανε |
| Αόριστος | προσκάλεσα | προσκάλεσες | προσκάλεσε | προσκαλέσαμε | προσκαλέσατε | προσκάλεσαν / προσκαλέσαν / προσκαλέσανε |
| Μέλλοντας | θα προσκαλέσω / θα προσκαλώ | θα προσκαλέσεις / θα προσκαλείς | θα προσκαλέσει / θα προσκαλεί | θα προσκαλέσουμε / θα προσκαλούμε | θα προσκαλέσετε / θα προσκαλείτε | θα προσκαλέσουν / θα προσκαλέσουνε / θα προσκαλούν / θα προσκαλούνε |
| Παρακείμενος | έχω προσκαλέσει | έχεις προσκαλέσει | έχει προσκαλέσει | έχουμε προσκαλέσει | έχετε προσκαλέσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προσκαλέσει | είχες προσκαλέσει | είχε προσκαλέσει | είχαμε προσκαλέσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προσκαλέσει / να προσκαλέσω / να προσκαλώ | να έχεις προσκαλέσει / να προσκαλέσεις / να προσκαλείς | να έχει προσκαλέσει / να προσκαλέσει / να προσκαλεί | να έχουμε προσκαλέσει / να προσκαλέσουμε / να προσκαλούμε | να έχετε προσκαλέσει / να προσκαλέσετε / να προσκαλείτε | να προσκαλέσουν / να προσκαλέσουνε / να προσκαλούν / να προσκαλούνε |
| Προστακτική | — | προσκάλει / προσκάλεσε | — | — | προσκαλέστε / προσκαλείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →