πρόσκλιση
•
- αρχαιοπρεπέςη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προσκλίνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρόσκλιση < ελληνιστική κοινή πρόσκλισις < αρχαία ελληνική προσκλίνω < πρός + κλίνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρόσκλιση | προσκλίσεις |
| Γενική | πρόσκλισης | προσκλίσεων |
| Αιτιατική | πρόσκλιση | προσκλίσεις |
| Κλητική | πρόσκλιση | προσκλίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →