πρόσκρουση
•
- κυριολεκτικά και μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προσκρούω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρόσκρουση < ελληνιστική κοινή πρόσκρουσις < αρχαία ελληνική προσκρούω < πρός (προσ-) + κρούω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρόσκρουση | προσκρούσεις |
| Γενική | πρόσκρουσης | προσκρούσεων |
| Αιτιατική | πρόσκρουση | προσκρούσεις |
| Κλητική | πρόσκρουση | προσκρούσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →