πρόστιμο
•
- νομικός όροςποινή καταβολής χρηματικού ποσού, που επιβάλλεται από δικαστική ή διοικητική αρχή για παραπτώματα ή παραβάσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρόστιμο < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική πρός + τιμή < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *kʷi-mā- < *kʷei- (πρόστιμο, αξία)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρόστιμο | πρόστιμα |
| Γενική | προστίμου / πρόστιμου | προστίμων |
| Αιτιατική | πρόστιμο | πρόστιμα |
| Κλητική | πρόστιμο | πρόστιμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →