πρότυπο
•
- αυτό που χρησιμεύει ως υπόδειγμα για αναπαραγωγή, για δημιουργία αντιγράφων Βικιλεξικό
- οτιδήποτε λειτουργεί ως υπόδειγμα που το ακολουθούν άλλοι Βικιλεξικό
- Ο φυσιογνωμικός τύπος του Χριστού, με το ωοειδές πρόσωπο, τη μακρόστενη μύτη, τις πλατιές κόκκινες επιφάνειες και κηλίδες στο πρόσωπο και τα βαθιά, σκιασμένα μάτια, απορρέει από κομνήνεια πρότυπα, τα οποία, όπως είναι γνωστό, αναβιώνουν στην τέχνη του δεύτερου μισού του 13ου αιώνα. (Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία, Αθήνα, 2000, σελ. 148)
- πρόσωπο του οποίου το παράδειγμα θέλει κάποιος να ακολουθήσει, να μιμηθεί Βικιλεξικό
- Έβλεπα πόσο άλλαζε ο χαρακτήρας και τα ενδιαφέροντά του. Τίποτε δεν θύμιζε εκείνο το ζωηρό παιδί που είχα σαν πρότυπο μεγαλώνοντας. (Θεόδωρος Γρηγοριάδης, Θεοκλής, 1995 [διήγημα])
- πληροφορικήέγγραφο με μελετημένη δομή και μορφοποίηση καθώς και κενά που πρέπει να συμπληρώσει ο χρήστης, όταν θέλει να δημιουργήσει ένα δικό του έγγραφο Βικιλεξικό
- βικισύνταξηειδικού τύπου σελίδα, η οποία όταν καλείται ενσωματώνει το περιεχόμενό της σε άλλες σελίδες. Λειτουργεί ως συνάρτηση που δέχεται παραμέτρους ώστε να μπορεί να εμφανίσει διαφορετικό κάθε φορά περιεχόμενο. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρότυπο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου πρότυπος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρότυπο | πρότυπα |
| Γενική | προτύπου / πρότυπου | προτύπων |
| Αιτιατική | πρότυπο | πρότυπα |
| Κλητική | πρότυπο | πρότυπα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →