Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρότυπος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που λειτουργεί ως υπόδειγμα, υποδειγματικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρότυπος < (ελληνιστική κοινή) πρότυπος < πρό + τύπος και προτύπου, προτύπων

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρότυποςπρότυπηπρότυπο
Γενικήπρότυπουπρότυπηςπρότυπου
Αιτιατικήπρότυποπρότυπηπρότυπο
Κλητικήπρότυπεπρότυπηπρότυπο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρότυποιπρότυπεςπρότυπα
Γενικήπρότυπωνπρότυπωνπρότυπων
Αιτιατικήπρότυπουςπρότυπεςπρότυπα
Κλητικήπρότυποιπρότυπεςπρότυπα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →