πτέρυγα
•
- λόγιοτο φτερό Βικιλεξικό
- τα αντιαεροπορικά κατέστρεψαν τη δεξιά πτέρυγα του αεροπλάνου
- το διακριτό τμήμα ενός κτιρίου Βικιλεξικό
- το άγαλμα φυλάσσεται στη δυτική πτέρυγα του μουσείου
- στρατιωτικός όροςη οργανική μονάδα της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας Βικιλεξικό
- η 111 Πτέρυγα Μάχης έχει ως αποστολή την αναχαίτιση
Ετυμολογία
πτέρυγα < αρχαία ελληνική πτέρυγα, αιτιατική ενικού τού πτέρυξ ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική aile)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πτέρυγα | πτέρυγες |
| Γενική | πτέρυγας | πτερύγων |
| Αιτιατική | πτέρυγα | πτέρυγες |
| Κλητική | πτέρυγα | πτέρυγες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →