πτηνοτρόφος
•
- επάγγελμαεπαγγελματίας (ή ερασιτέχνης) που ασχολείται με την εκτροφή και την εκμετάλλευση πτηνών (κοτόπουλα, γαλοπούλες, πάπιες, χήνες), κυρίως για την παραγωγή τροφίμων (κρέας, αβγά, γαλακτοκομικά προϊόντα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πτηνοτρόφος < πτηνό + -ο- + -τρόφος ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική aviculteur)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πτηνοτρόφος | πτηνοτρόφοι |
| Γενική | πτηνοτρόφου | πτηνοτρόφων |
| Αιτιατική | πτηνοτρόφο | πτηνοτρόφους |
| Κλητική | πτηνοτρόφε | πτηνοτρόφοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →