Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πτιλωτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοο πουπουλένιος ή ο χνουδωτός, αυτός που είναι από πτίλα, δηλαδή από πούπουλα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πτιλωτός < αρχαία ελληνική πτιλωτός < πτιλόω < πτίλον

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπτιλωτόςπτιλωτήπτιλωτό
Γενικήπτιλωτούπτιλωτήςπτιλωτού
Αιτιατικήπτιλωτόπτιλωτήπτιλωτό
Κλητικήπτιλωτέπτιλωτήπτιλωτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπτιλωτοίπτιλωτέςπτιλωτά
Γενικήπτιλωτώνπτιλωτώνπτιλωτών
Αιτιατικήπτιλωτούςπτιλωτέςπτιλωτά
Κλητικήπτιλωτοίπτιλωτέςπτιλωτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →