πτυχωσιγενής
•
- γεωλογίαπου προήλθε, δημιουργήθηκε από πτύχωση, δηλαδή αναδίπλωση, κάμψη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πτυχωσιγενής < καθαρεύουσα πτύχωσι(ς) (πτύχωση) + -γενής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πτυχωσιγενής | πτυχωσιγενής | πτυχωσιγενές |
| Γενική | πτυχωσιγενούς | πτυχωσιγενούς | πτυχωσιγενούς |
| Αιτιατική | πτυχωσιγενή | πτυχωσιγενή | πτυχωσιγενές |
| Κλητική | πτυχωσιγενή / πτυχωσιγενής | πτυχωσιγενής | πτυχωσιγενές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πτυχωσιγενείς | πτυχωσιγενείς | πτυχωσιγενή |
| Γενική | πτυχωσιγενών | πτυχωσιγενών | πτυχωσιγενών |
| Αιτιατική | πτυχωσιγενείς | πτυχωσιγενείς | πτυχωσιγενή |
| Κλητική | πτυχωσιγενείς | πτυχωσιγενείς | πτυχωσιγενή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →