Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πτυχωσιγενής

/pti.xo.si.ʝeˈnis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. γεωλογίαπου προήλθε, δημιουργήθηκε από πτύχωση, δηλαδή αναδίπλωση, κάμψη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πτυχωσιγενής < καθαρεύουσα πτύχωσι(ς) (πτύχωση) + -γενής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπτυχωσιγενήςπτυχωσιγενήςπτυχωσιγενές
Γενικήπτυχωσιγενούςπτυχωσιγενούςπτυχωσιγενούς
Αιτιατικήπτυχωσιγενήπτυχωσιγενήπτυχωσιγενές
Κλητικήπτυχωσιγενή / πτυχωσιγενήςπτυχωσιγενήςπτυχωσιγενές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπτυχωσιγενείςπτυχωσιγενείςπτυχωσιγενή
Γενικήπτυχωσιγενώνπτυχωσιγενώνπτυχωσιγενών
Αιτιατικήπτυχωσιγενείςπτυχωσιγενείςπτυχωσιγενή
Κλητικήπτυχωσιγενείςπτυχωσιγενείςπτυχωσιγενή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →