πυλωρός
•
- ανατομίατο τελευταίο τμήμα του στομάχου, πριν την είσοδο της τροφής στο δωδεκαδάκτυλο Βικιλεξικό
- (πληροφορική, αγγλικά: gatekeeper) ειδική κατηγορία παρόχου υπηρεσιών πλατφόρμας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πυλωρός < : * για την ανατομία: (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πυλωρός (αρχαία σημασία: φύλακας, φρουρός πύλης) < πύλ(η) + -ωρός : * για την πληροφορική: (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πυλωρός, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική gatekeeper
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πυλωρός | πυλωροί |
| Γενική | πυλωρού | πυλωρών |
| Αιτιατική | πυλωρό | πυλωρούς |
| Κλητική | πυλωρέ | πυλωροί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →