πυξίδα
•
- όργανο προσανατολισμού. Αποτελείται από ένα κουτί, κατασκευασμένο από μη μαγνητικό υλικό, που στο κέντρο του είναι στερεωμένη μια μαγνητική βελόνα η οποία δείχνει πάντα το βορρά Βικιλεξικό
- γυροσκοπική πυξίδα : η πυξίδα που με τη βοήθεια γυροσκοπίου δείχνει τον αληθινό βορρά
- οτιδήποτε χρησιμοποιείται ως μέσο προσανατολισμού Βικιλεξικό
- η εταιρεία πορεύεται χωρίς πυξίδα τους τελευταίους μήνες
- αρχαιολογίαμικρό κουτί σε διάφορα σχήματα και με κάλυμμα που χρησιμοποιήθηκε για τη φύλαξη κοσμημάτων, εργαλείων κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πυξίδα < αρχαία ελληνική πυξίς < πύξος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πυξίδα | πυξίδες |
| Γενική | πυξίδας | πυξίδων |
| Αιτιατική | πυξίδα | πυξίδες |
| Κλητική | πυξίδα | πυξίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →