Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πυορροϊκός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με την πυόρροια ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πυορροϊκός < πυόρροια + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική pyorrhoeic)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπυορροϊκόςπυορροϊκήπυορροϊκό
Γενικήπυορροϊκούπυορροϊκήςπυορροϊκού
Αιτιατικήπυορροϊκόπυορροϊκήπυορροϊκό
Κλητικήπυορροϊκέπυορροϊκήπυορροϊκό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπυορροϊκοίπυορροϊκέςπυορροϊκά
Γενικήπυορροϊκώνπυορροϊκώνπυορροϊκών
Αιτιατικήπυορροϊκούςπυορροϊκέςπυορροϊκά
Κλητικήπυορροϊκοίπυορροϊκέςπυορροϊκά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →