πυορροϊκός
•
- ιατρικήπου έχει σχέση με την πυόρροια ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πυορροϊκός < πυόρροια + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική pyorrhoeic)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πυορροϊκός | πυορροϊκή | πυορροϊκό |
| Γενική | πυορροϊκού | πυορροϊκής | πυορροϊκού |
| Αιτιατική | πυορροϊκό | πυορροϊκή | πυορροϊκό |
| Κλητική | πυορροϊκέ | πυορροϊκή | πυορροϊκό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πυορροϊκοί | πυορροϊκές | πυορροϊκά |
| Γενική | πυορροϊκών | πυορροϊκών | πυορροϊκών |
| Αιτιατική | πυορροϊκούς | πυορροϊκές | πυορροϊκά |
| Κλητική | πυορροϊκοί | πυορροϊκές | πυορροϊκά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →