πυόρροια
•
- ιατρικήεκροή μεγάλης ποσότητας πύου Βικιλεξικό
- φατνιακή πυόρροια: πυώδης φλεγμονή των ιστών που περιβάλλουν το δόντι
- Όταν ο πάσχων προσπαθεί να καθαρίσει τα βύσματα με μπατονέτα, τα ωθεί προς το τύμπανο επιτείνοντας τη βαρηκοΐα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να τραυματίσει τον έξω ακουστικό πόρο και να προκαλέσει έντονες φλεγμονές με πόνο και πυόρροια (www.tanea.gr, 05.03.2005)
Ετυμολογία
πυόρροια < ελληνιστική κοινή πυόρροια < αρχαία ελληνική πύον + ῥέω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική pyorrhée η σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική pyorrhea)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πυόρροια | πυόρροιες |
| Γενική | πυόρροιας | πυορροιών |
| Αιτιατική | πυόρροια | πυόρροιες |
| Κλητική | πυόρροια | πυόρροιες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →