Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πυρετολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με την πυρετολογία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πυρετολογικός < πυρετολογία + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική pyrétologique)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπυρετολογικόςπυρετολογικήπυρετολογικό
Γενικήπυρετολογικούπυρετολογικήςπυρετολογικού
Αιτιατικήπυρετολογικόπυρετολογικήπυρετολογικό
Κλητικήπυρετολογικέπυρετολογικήπυρετολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπυρετολογικοίπυρετολογικέςπυρετολογικά
Γενικήπυρετολογικώνπυρετολογικώνπυρετολογικών
Αιτιατικήπυρετολογικούςπυρετολογικέςπυρετολογικά
Κλητικήπυρετολογικοίπυρετολογικέςπυρετολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →