πυρολάτρης
•
- γενικότερααυτός που θεωρεί τη φωτιά θεϊκή δύναμη και τη λατρεύει Βικιλεξικό
- ειδικότεραοπαδός της θρησκείας του ζωροαστρισμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πυρολάτρης < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική pyrolater ή λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική pyrolâtre < αρχαία ελληνική πῦρ + λάτρης ::μαρτυρείται από το πρώτο μισό του 19ου αι., από τον Δημήτριο Γαλανό (1760-1833), στον λόγιο τύπο πληθυντικού αριθμού πυρολάτραι.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πυρολάτρης | πυρολάτρες |
| Γενική | πυρολάτρη | πυρολατρών |
| Αιτιατική | πυρολάτρη | πυρολάτρες |
| Κλητική | πυρολάτρη | πυρολάτρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →