πυρομαντεία
•
- προσπάθεια πρόβλεψης του μέλλοντος με τη μελέτη της έντασης της φωτιάς, της κατεύθυνσής της και άλλων χαρακτηριστικών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πυρομαντεία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πυρομαντεία < πυρο- + -μαντεία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πυρομαντεία | πυρομαντείες |
| Γενική | πυρομαντείας | πυρομαντειών |
| Αιτιατική | πυρομαντεία | πυρομαντείες |
| Κλητική | πυρομαντεία | πυρομαντείες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →