πυρομαχικά
•
- στρατιωτικός όροςβλήματα, εκρηκτική ύλη, φυσίγγια και άλλα εφόδια για τη λειτουργία των πυροβόλων όπλων Βικιλεξικό
- μεταφορικάεφόδια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πυρομαχικά < ελληνιστική κοινή πυρομάχος (πυρίμαχος) + -ικό < αρχαία ελληνική πῦρ + μάχη (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική munitions)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πυρομαχικά | πυρομαχικά |
| Γενική | — | πυρομαχικών |
| Αιτιατική | — | πυρομαχικά |
| Κλητική | — | πυρομαχικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →