πυροτέχνημα
•
- το αντικείμενο που περιέχει μικρή ποσότητα εκρηκτικής ύλης και, αφού εκτοξευθεί, εκρήγνυται στον αέρα παράγοντας εντυπωσιακή λάμψη και χρώματα Βικιλεξικό
- Το μυριόστομο «ααα» θαυμασμού, που συνόδευσε τη φωταγώγηση του Χριστουγεννιάτικου δέντρου, ακολούθησαν πυροτεχνήματα σε διάφορες αποχρώσεις. (Χριστουγεννιάτικο δέντρο φωτεινό στην Πλατεία και στην Παραλία, kalamata.gr, 11/12/2017 https://www.kalamata.gr/en/enimerosi/apofaseis/oikonomikis-epitropis/94-enimerosi/nea-gr/2448-xristougenniatiko-dendro-fvteino-sthn-plateia-kai-sthn-paralia)
- μεταφορικάη εντυπωσιακή ενέργεια χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πυροτέχνημα < πυρο- + -τέχνημα (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική feu d'artifice )
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πυροτέχνημα | πυροτεχνήματα |
| Γενική | πυροτεχνήματος | πυροτεχνημάτων |
| Αιτιατική | πυροτέχνημα | πυροτεχνήματα |
| Κλητική | πυροτέχνημα | πυροτεχνήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →